"ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ" - Διήγημα της Ρένας Κύρκα

Κάθονταν κρυμμένες πίσω από το μικρό καφασωτό άνοιγμα, που έβλεπε από ψηλά στην κάμαρη, αυτήν που φύλαγαν άθιχτη να δέχονται μουσαφιραίους. Μια στενή, σχεδόν κατακόρυφη σκαλίτσα πίσω από τον μέσα τοίχο, οδήγαγε στο μισοσκότεινο μικρό δωμάτιο από όπου μπορούσε κανείς, αθέατος, να βλέπει όσα γινόντουσαν στον οντά από κάτω.  

Η Μαριγούλα κράταγε σφιχτά το χέρι της μικρότερης αδελφής της, της Καλλιόπης. Κρίσιμη η στιγμή γεμάτη αγωνία, αυτή που θα όριζε ολάκερη τη ζωή της. Κόντευε σχεδόν τα εικοσιπέντε η Μαριγούλα και είχε ήδη απορρίψει μπόλικα συνοικέσια. Έβλεπε από το καφασωτό, άλλοτε τους υποψήφιους που έμπαιναν στην κάμαρη συνοδευμένοι από τους γονιούς τους και άλλοτε άκουγε τις προξενήτρες, με τη στριγκιά όπως της φαινόταν φωνή, να απαριθμούν για χάρη εκείνων που τις έστελναν τα όσα πρόσφεραν και ό,τι ζητούσαν. Τα έβλεπε και τα άκουγε όλα κρυφά και ευθύς αρνιόταν, καθώς ατίθαση είχε ψυχή που αντιστεκόταν, γιατί δεν ήθελε να  ορίζουν αντί γι’ αυτήν, οι άλλοι. Έβγαινε με τρόπο η Αννούδα, η μάνα της, από τον οντά αφήνοντας τους επισκέπτες μόνους, τάχα να φέρει τα κεράσματα μα στην ουσία να τη ρωτήσει, άμα και εκείνη συμφωνεί να δώσουνε τα χέρια. Εκείνη πλημμυρισμένη  πείσμα αντιστεκόταν κι η μάνα τότε, πικρό σερβίριζε στους ξένους καφέ, δείγμα ότι χαλούσε το συνοικέσιο. Μα τώρα το είχε πάρει απόφαση η Μαριγούλα πως θα δεχόταν το τελευταίο προξενιό- είχε ακούσει καλά για εκείνον λόγια, πως ήτανε πολυταξιδεμένος και μόλις είχε γυρίσει από την Τεργέστη- αγρίεψε κι ο κύρης της, ο Δημητρός, με τα καμώματά της κι άλλο περιθώριο πια δεν είχε. Πιότερο όμως το πείσμα της θυσίαζε για χάρη της Καλλιόπης, που όπως ήτανε μικρότερη και άβουλη, θα έμενε κι αυτή στο ράφι καθώς να ξεστρατίσει την τρανήτερη, ούτε θα τόλμαγε, μα ούτε επιτρεπόταν.

Πρόσμεναν τώρα οι αδερφές αθέατες, πιασμένες χέρι χέρι να δούνε το γαμπρό να μπαίνει στην κάμαρη και έριχναν συνεχώς από ψηλά το βλέμμα, αν όλα είναι σωστά βαλμένα. Στη θέση τους τα κισμιριά, τα υφαντά και οι μπιμπίλες και η καράφα με το ρακί και το γλυκό του κουταλιού που πάντα, για την ώρα την καλή, έπρεπε να είναι λαμπερό καρύδι.

Μπήκε ο Γιώργης λεβέντικα και στάθηκε μπροστά από το τζάκι. Κι οι φλόγες, μια της φαινόταν να τον τυλίγουν άκαυτο, μια φως να τον γεμίζουν και η Μαριγούλα ευθύς λιγώθηκε και δίχως άλλη σκέψη, είπε το ναι και σύντομα στεφανωθήκαν.

Πέρασαν λίγα χρόνια ήρεμα, καλά, παντρεύτηκε κι η Καλλιόπη τον Αποστόλη κι όλοι μαζί αρμονικά περνούσαν. Σώγαμπροι ήρθαν οι άντρες, στερνοπαίδια  μεγάλων φαμελιών ως ήταν, ενώ αυτές μόνες οι δυο, όριζαν μεγάλο σπίτι και μπόλικα χωράφια. Δουλευταράδες κι οι τέσσερις αυγάτιζαν σιγά σιγά τα όσα εκείνοι έφεραν κι όσα οι γυναίκες είχαν.

Σε τρεις ορόφους το σπίτι τους ορθωνόταν, από δυο κάμαρες όριζαν οι νέοι, σε άλλη μια έμεναν οι παλιοί, ο Δημητρός κι η Αννούδα, κι όλοι μαζί στη σάλα την καλή δέχονταν επισκέψεις. 

Γεμάτα πάντα τα κελάρια τους, σταφύλια, μούστο και κρασιά, καρύδια, ρόδια, μήλα που άλλα τα εμπορεύονταν κι άλλα για πάρτη τους κρατούσαν. Και με τα φύλλα από τις μουριές που είχανε στους μπαξέδες, μεταξοσκώληκες τάιζαν στο μεγάλο ανώι κι ύστερα το μετάξι στον αργαλειό ύφαιναν οι γυναίκες, φτιάχνοντας περίτεχνα μεταξωτά που γίνονταν ανάρπαστα και πέρα από την πόλη. Ήρθανε και τα κουτσούβελα, δυο αγόρια πρώτα έκανε η Μαριγούλα και ένα κορίτσι βυζανιάρικο κρέμονταν ακόμα από τα στήθια της Καλλιόπης, όταν άρχισαν να σιγοβράζουν, σα σε καζάνι ολόκλειστο, απρόσμενα, τα γεγονότα. 

Στο σπίτι άρχισαν να μπαινοβγαίνουν, ένας ένας διάφοροι νοματαίοι. Άλλοι έρχονταν έφιπποι, άλλοι κρυφά αρματωμένοι, κάποιοι με τις ώρες έμεναν να κουβεντιάζουνε ψιθυριστά και κάποιοι ίσα να φέρουνε ένα κρυφό μαντάτο και τότε ο Γιώργης έφευγε και έκανε μέρες να γυρίσει. Λιγοστά τα λόγια που έλεγαν πάντα οι άνδρες στις γυναίκες, όμως ο Γιώργης από τη σπιρτάδα και την κρυφή αίσθηση που έκρυβε για τα πράγματα η Μαριγούλα, δεν μπορούσε εύκολα να ξεφύγει. Ήταν και εκείνο το καφασωτό που πρώτα της έδειχνε τους γαμπρούς και τώρα της φανέρωνε αρματωμένους. Είδε κι απόειδε ο Γιώργης που δεν μπορούσε άλλο να την ξεγελά και τότε, όρκο την έβαλε να πάρει στα παιδιά τους,  κουβέντα σε κανένα να μην πει, μα κάτι μεγάλο κρυφά ετοιμαζόταν. Μια ιδέα, σα φλόγα απλωνόταν από άκρου σε άκρο στους Έλληνες που και στον ίδιο έκαιγε άσβεστη κι αναστάσιμη μαζί, απ’ όταν άκουσε πρώτα να λεν γι’ αυτήν, τότε που βρισκότανε ακόμα στην Τεργέστη. Και ήταν πολλοί κι εδώ στη Νιάουστα που από την ιδέα της λευτεριάς άρχισαν να κατέχονται κι οι οπλουργοί νυχθημερόν  έφτιαχναν τουφέκια κι άλλοι έδιναν χρήματα, άλλοι είδη, και οι πιο ικανοί την ύπαρξή τους ολάκερη πρόσφεραν στον αγώνα. Λίγο που είχε αρχίσει η Μαριγούλα να αγαπάει πιότερο τον άνδρα της, λίγο ο λόγος του που έρρεε  παθιασμένος, μα πάνω από όλα, ήταν η περήφανη κι ανυπότακτη φύση της, ίδια με εύφλεκτο φυτίλι, που άναψε και σ’ αυτήν τη φλόγα του αγώνα. Κι άρχισε τότε όπως μπορεί κι αυτή να βοηθάει.   

Όμως γρήγορα ήρθε στο σπιτικό η ρήξη. Απλωνόταν σαν μια μεγάλη αόρατη ρωγμή, όμοια με αυτήν που σχίζει ένα οικοδόμημα στα δύο, όταν η γη απρόσμενα ταρακουνιέται. Ο Αποστόλης είχε ακούσει κι αυτός για όλα αυτά που ετοιμάζονταν. Άνθρωπος ήσυχος και δουλευτής σκληρός, αρκούνταν σε όσα η γη του έδινε και σε όσα έριχνε ο ουρανός από τα επάνω. Άκουγε τον Γιώργη  από την αρχή να του μιλά, τις ώρες που δουλεύανε μόνοι τους στους μπαξέδες:

«Να διώξουμε τον Τούρκο από τον τόπο».

«Δυο όλους κι όλους έχουμε», απάνταγε ο Αποστόλης.

«Τον Καδή για να δικάζει τα άδικα και το Βοεβόδα για να εισπράττει τους φόρους. Κανένας άλλος Τούρκος στη Νιάουστα δε μένει, ούτε καβάλα σε άλογο δεν μπαίνει. Τέτοια μας έδωσαν προνόμια για χάρη της σουλτάνας. Κι  άρχοντα δικό μας έχουμε, που τον εκλέγουμε εμείς, ανάμεσα στους προκρίτους».

«Γιατί πρέπει να πληρώνουμε εμείς στον τόπο μας, στον  Τούρκο φόρο; Ανάγκη είναι να ξεκουμπιστούν αυτοί από τη γη μας, τη γη που οι Έλληνες από πάντα όριζαν. Και ίσως εμείς στη Νιάουστα να έχουμε κάποια προνόμια, όμως οι άλλοι στα μέρη γύρω μας, στενάζουν. Όλοι μαζί θα πρέπει να ξεσηκωθούμε. Ελεύθερα να ζήσουν τα παιδιά μας».

«Αν αγριέψουν από τον ξεσηκωμό οι Τούρκοι, εμείς θα χάσουμε το κεφάλι μας και οι γυναίκες για σκλάβες μαζί με τα παιδιά θα πουληθούνε».

Τέτοιες κουβέντες μεταξύ τους έλεγαν και κανένας τους δεν άλλαζε γνώμη. Ώσπου άρχισαν πια να μη μιλάν και ο θυμός που μέσα τους έβραζε, μεγάλωνε το ρήγμα. Οι γυναίκες πιστές πάντα σε ό,τι οι άνδρες τους όριζαν- αυτό απαιτούσε η θέση τους, μα  ταίριαζαν μ’ αυτούς και σα χαρακτήρες- άρχισαν και εκείνες μεταξύ τους να μη μιλάν κι οι πόρτες στα δωμάτια να μένουν σφαλισμένες. Και άλλες ώρες η κάθε μια δούλευε στα μετάξια. Μόνο τα μικρά και οι παλιοί κράταγαν τις σχέσεις ζωντανές μέσα στο σπίτι.

Ήτανε Κυριακή της Ορθοδοξίας, λίγο μετά τα μέσα του Φλεβάρη. Μικροί, μεγάλοι, ολάκερη σχεδόν η πόλη, μαζεύτηκαν στον Άι Δημήτρη, απ’ όπου οι πρόκριτοι κήρυξαν τον αγώνα. Ο Γιώργης, ανάμεσα στους μπροστάρηδες, έμοιαζε να φλέγεται ολόκληρος στα μάτια της Μαριγούλας, που τον παρατηρούσε αθέατη από τον γυναικωνίτη.  Στην άλλη μεριά, η Καλλιόπη τον δικό της άντρα συλλογιόταν που δεν ήξερε ούτε καν πού θα μπορούσε να βρισκόταν. Γιατί όμοια με την αόρατη ρωγμή που δίχασε το σπιτικό τους, μια άλλη μεγαλύτερη σημάδεψε κι ολάκερη την πόλη. Οι προεστοί που αποφάσισαν την κήρυξη του αγώνα, από τα βαρίδια αυτών που αντιπολιτεύονταν την προσπάθεια θέλησαν να απαλλαγούνε, γι’ αυτό και έκλεισαν κάποιους φυλακή κι άλλους, με το στανιό, τους διώξανε  από την πόλη. Ανάμεσα σ’ αυτούς και τον Αποστόλη.

Βουβοί τώρα όλοι στην εκκλησιά, άκουγαν με ρίγη που διέτρεχαν το κορμί, από την κορυφή ως τα νύχια, τους λόγους τους πατριωτικούς, το κάλεσμα σ’ αγώνα. Κι όταν ο παπάς έβγαλε το λάβαρο από το Ιερό, ένας ενθουσιώδης  αλαλαγμός ξεπήδησε από τα στόματα όλων, που δήλωνε απερίφραστα το πάθος τους για τον αγώνα· μέχρις εσχάτων, ορκίστηκαν, πως όλοι μαζί θα πολεμούσαν. Η Μαριγούλα κραύγαζε κι αυτή γεμάτη με ενθουσιασμό μαζί με τις γυναίκες στο γυναικωνίτη, την ώρα που η Καλλιόπη, στην άλλη πλευρά, πάλευε να ισορροπήσει ανάμεσα στον ενθουσιασμό, του κόσμου που την παρέσερνε, και τον ανείπωτο τρόμο που τη χειραγωγούσε.  

Σαν τέλειωσε η μάζωξη τη μέρα εκείνη, ποτάμι ασυγκράτητο ξεχύθηκε το πάθος από τα στήθη, που πήρε παραμάζωμα Καδή και Βοεβόδα και ύστερα τους ξέβρασε στον Άδη.

Ήρθε η Μεγάλη εβδομάδα. Ανόρεχτα ετοίμαζαν οι γυναίκες κουλούρια κι αυγά, ίσα για να εξορκίσουν τον τρόμο του θανάτου. Γιατί, σαν όρνεα καραδοκούσαν οι στρατιές του  Αμπού Λουμπούτ, έξω από τα τείχη της πόλης.  Η Αννούδα, προσπαθούσε διαρκώς τις κόρες της να συμφιλιώσει. Χωρίς τη σιγουριά που έδινε η παρουσία των ανδρών στο σπίτι, παρά φριγμένες όλες τους από τους ήχους των βολών  που έπεφταν  διαρκώς μέσα και έξω από τα τείχη, μόνιασαν οι αδελφές και κούρνιασαν κάτω από της μάνας τους τη σκέπη. Κι άνοιξαν πλιότερο τις δικές τους αγκαλιές για να φυλάξουν μέσα τους τα τρομαγμένα μικρά τους. Από τους άνδρες μόνο ο Δημητρός, μπαινόβγαινε πότε-πότε  σπίτι. Ερχόταν λίγο να ρίξει μια ματιά, μα έφευγε γρήγορα να βοηθάει στον αγώνα.      

Και σαν το Πάσχα ζύγωσε, αντί να νιώθουν οι άνθρωποι τη χαρά που κάθε χρόνο τους έφερνε η Ανάσταση, ένιωθαν μέσα τους το τρέμουλο από το φόβο και από τις ομοβροντίες των όπλων. Και από τα δάκρυα που χύνονταν, αλμύριζαν τα λιγοστά αυγά που τσούγκριζαν και τα ακόμα πιο λίγα πιάτα που ήταν στρωμένα στο πασχαλινό τραπέζι.     

Δεν πρόλαβε να συμπληρωθεί η εβδομάδα της Διακαινησίμου, είχαν αρχίσει πια οι άνθρωποι να συνηθίζουν τον ήχο από τις βροντές των όπλων, όταν ένα πρωί ξημέρωμα, άλλοι ήχοι πιο φοβεροί   άρχισαν να διατρυπούν τα αυτιά τους· μαζί, θαρρείς, τους έσκιζαν και σάρκα. Γιατί εκτός από τους ήχους των βολών που ρίχνονταν, φρικιαστικοί ακούγονταν ήχοι από ανθρώπινες κραυγές - ανδρών, που έδιναν στους δρόμους μάχη σώμα με σώμα. 

Σαν καταιγίδα που καιροφυλακτεί και ξαφνικά ταχύτατα ξεσπάει σε τόπο, έτσι απλώθηκε κι η φρίκη της άλωσης σ’ ολάκερη την πόλη. Σωρός τα πτώματα των μαχητών κείτονταν στους δρόμους και γύρω τους ρυάκια κύλαγε το αίμα. Και μια κραυγή σαν αστραπή μεταφερόταν από στόμα σε στόμα: «Με προδοσία πάτησαν της Νιάουστας το κάστρο».

Σφάλιζαν τις πόρτες τους οι άνθρωποι και κρύβονταν μέσα στα σπίτια. Ο Δημητρός σαν είδε πως τα χρόνια του δεν του επέτρεπαν να πολεμήσει σώμα με σώμα, στο σπίτι του έτρεξε γρήγορα να προστατεύσει τα παιδιά και τις γυναίκες. Δεν πέρασαν ώρες πολλές που κάθονταν, τρέμοντας, κλεισμένοι όλοι μέσα, όταν ακούστηκαν βροντοχτυπήματα στην πόρτα και δυνατές κραυγές που έλεγαν:    

«Οι Τούρκοι, στον άλλο μαχαλά, στα σπίτια μέσα μπαίνουνε, αρπάζουν ό,τι βρούνε, γυναίκες κάτω βάζουνε και τις βιάζουν, ενώ τους άντρες ξεκοιλιάζουν· τρέξτε όλοι γρήγορα για να σωθείτε».

Ο τρόμος έγινε γρήγορα μέσα τους πανικός, που μια όλους τους παρέλυε και μια με βιάση τους ωθούσε. Έβαλαν στις τσέπες τους λίγα χρυσά, σε έναν τορβά ψωμί και λίγα ξερά σύκα και βγήκαν γρήγορα να βρούνε κι άλλους. Τράβηξαν προς τον Άι- Δημήτρη, που ήταν στο σπίτι τους κοντά, είχε φρουρά και προς τα εκεί πορεύονταν κι άλλοι. Μα σύντομα τους διώξανε κι από εκεί γιατί τους είπαν, πως θα δινόταν μάχη.

Μέσα στο πλήθος που έτρεχε γρήγορα, η Καλλιόπη λίγο που κοντοστάθηκε ασθμαίνοντας, λίγο που σκόνταψε με το μικρό αγκαλιά της, ξοπίσω έμεινε και χάθηκε από τους άλλους. Απελπισμένη κοίταζε γύρω της ανήμπορη να αποφασίσει, ώσπου ένα τσούρμο από νέες γυναίκες -κάποιες είχαν μικρά στην αγκαλιά- την προσπέρασε με βιάση.

«Μην κάθεσαι εκεί», της είπανε, «έλα μαζί μας πάμε προς το ποτάμι· μια έγκυο πιο κάτω την ξεκοίλιασαν να δούνε αν είναι αγόρι ή κορίτσι στην κοιλιά της, κι άλλες  πολλοί μαζί τις βιάσανε, μέχρι θανάτου».  Τις άκουσε η Καλλιόπη και πανικόβλητη τις πήρε στο κατόπι.

Πέντε έξι Τούρκοι συνόδευαν τον Αποστόλη που θα τους έδειχνε ένα από τα σπίτια που δεν έπρεπε να πειράξουν. Έμειναν εκείνοι έξω από την πόρτα να φυλάν και αυτός, σαν κύριος, μπήκε μέσα. Έψαξε τις κάμαρες μια, μια με αγωνία και βιάση. Άδειες όλες. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και κάθισε για λίγο στον οντά, εκεί που στις καλές τις μέρες δέχονταν επισκέψεις. Είχε πιστέψει -μάταια- πως θα προλάβαινε να τους σώσει όλους, και την κουνιάδα του και τα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό και υποχώρησε μπροστά στις πιέσεις των Τούρκων, που  υποσχέθηκαν σ’ αυτόν μαζί και σε εξόριστους άλλους, πως δεν θα πείραζαν ούτε το βιος, ούτε κανέναν από τους δικούς τους, αν δέχονταν να μπουν σαν υπερασπιστές στο κάστρο, όμως άφηναν ξεκλείδωτη νύχτα την πύλη.

Ο Γιώργης μαχόταν με όλες του τις δυνάμεις, μαζί με τους οπλαρχηγούς και  άλλους οπλισμένους άνδρες, καταφέρνοντας γερά πλήγματα στο Τούρκικο τ’ ασκέρι. Όμως συνέχεια ξοπίσω τους ξεφύτρωναν κι άλλοι πολλοί, που τελειωμό δεν είχαν, ενώ αυτοί όλο και λιγοστεύανε.  Αποδεκατίζονταν οι ομάδες τους διαρκώς κι ύστερα ανασυντάσσονταν πάλι και συνέχιζαν ξανά να μάχονται, μα και να υποχωρούνε. Κάποια στιγμή που υπερασπίζονταν μια ομάδα άοπλους- παιδιά, γυναίκες, γέρους- είδε ο Γιώργης ανάμεσα σ’ αυτούς και τους δικούς του. Βούρκωσαν τότε τα μάτια του, όμως να τους πλησιάσει δεν μπόραγε ούτε να πάψει να πολεμάει. Μόνο τους είδε για τελευταία φορά, όταν οι Τούρκοι τους περικύκλωσαν και με φωνές και με βρισιές τους έσπρωχναν να πάρουν την κατηφόρα. Στο κιόσκι τους οδήγαγαν, εκεί όπου είχε κατασκηνώσει ο Αμπού Λουμπούτ και μάζευε γύρω του, όσους απόμειναν ζωντανοί μέσα και γύρω από την πόλη. Δεν είχε νόημα να τρέξει πίσω τους, σαν αστακοί οπλισμένοι, τους φύλαγαν οι Τούρκοι. Έστρεψε τότε ο Γιώργης προς το βουνό, μαζί με άλλους οπλίτες, και όρκο στον Άϊ-Δημήτρη έκαναν- όπου αγώνας Έλληνα ενάντια στον Τούρκο, κι αυτοί μαζί να πολεμάν μέχρι την τελευταία ικμάδα.

Κάτω από τον μεγάλο πλάτανο δίπλα στο ποτάμι, στο κιόσκι που σαν μπαλκόνι στέκεται επάνω από τον κάμπο, μάζεψαν όλον τον αρσενικό πληθυσμό της Νιάουστας, από παιδιά στα δεκαπέντε τους, μέχρι τους άνδρες ως τα εξήντα πέντε. Τα γυναικόπαιδα τα έβαλαν σε άλλη μεριά, ενώ η σκηνή του Αμπού Λουμπούτ είχε στηθεί κοντά στον τεκέ του Ιλαχή, Σεΐχη.

Ο Αποστόλης πλησίασε κρυφά τα γυναικόπαιδα, ντυμένος τούρκος, ψάχνοντας  τη γυναίκα του, την Καλλιόπη, και τη μικρή τους κόρη. Βρήκε τη Μαριγούλα με τους δυο της γιους και δίπλα, τη μάνα της την Αννούδα. Τις πρότεινε να τον ακολουθήσουν προς τη μεριά των Τούρκων. Η Μαριγούλα για λίγο μέσα της λύγισε, μα αμέσως θυμήθηκε τον Γιώργη και τον αγώνα, και βλέποντας τον Αποστόλη να φοράει τούρκικη φορεσιά, ένιωσε αντράλα στο κεφάλι. Ίσα που πρόλαβε και τον έφτυσε, προτού αρχίσει να ξερνάει. Κι εκείνος έσκυψε το κεφάλι και έφυγε ντροπιασμένος, όχι από το σάλιο της Μαριγούλας, αλλά από τη δικιά του ένοχη ντροπή, που την ένιωθε μέσα του να ανεβαίνει σαν θέρμη.

Οι δήμιοι, στέκονταν ατάραχοι κάτω από τα πλατάνια, ζωσμένοι τις χατζάρες. Λέγονταν, πως άλλοι ήταν αθίγγανοι κι άλλοι εβραίοι. Καθένας δήμιος είχε μπροστά του μια ανθρώπινη σειρά  κι ένας-ένας πλησίαζαν οι άνδρες. Δίπλα στο δήμιο κάποιος γραφιάς κρατούσε ένα τεφτέρι. Ρώταγαν τον καθένα τους το όνομα, τι ηλικία είχε, αν κάπου έκρυψε χρήματα κι άμα δεχόταν να γίνει εξωμότης. Μόλις αρνιόταν τον γύμνωναν, κι ο δήμιος του έκοβε το κεφάλι.

Ο Δημητρός, ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς που αποκεφαλίστηκαν εκείνη τη μαύρη μέρα· χίλιοι και  ένα τέταρτο ακόμα μιας χιλιάδας. Οι δήμιοι συνέχιζαν ακάθεκτοι, όμως σαν πήραν το κεφάλι του Νίκου του Κοκοβίτη, του ράφτη, το σώμα του ακέφαλο περπάτησε προς τη σκηνή του στρατάρχη κι ύστερα άλλαξε πορεία και αφού πέρασε το αυλάκι, πλησίαζε στη γέφυρα, ώσπου κάποιος τόλμησε ν’ αγγίξει το αποτρόπαιο κορμί και τότε εκείνο έπεσε, ξερό, στο χώμα. Οι χατζάρες έμειναν μετέωρες, από τον τρόμο που σπάρθηκε σ’ όλους τριγύρω. Κι ο στρατάρχης θεωρώντας το σημάδι θεϊκό, διέταξε οι αποκεφαλισμοί, με μιας, να σταματήσουν. Όμως η δίψα του αιμοβόρου θεριού δεν έλεγε ακόμα να κοπάσει και με το νέο ξημέρωμα οι δήμιοι, αντί με το σπαθί, άρχισαν να κρεμάνε τους άντρες στις αγχόνες, ώσπου στο τέλος κόντευαν τις τρεις χιλιάδες, οι δύσμοιροι, οι εκτελεσμένοι όλοι.   

Ένα γεράκι επάνω από το κιόσκι πέταγε και παρακολουθούσε, αμέτοχο, τα γεγονότα. Κι ύστερα προς το ποτάμι ανηφόρισε, εκεί που το νερό ορμητικό και βουερό κι αφρίζοντας, κατακρημνίζεται σε  βάραθρο μεγάλο. Μερικές ανθρώπινες σκιές, πιασμένες χέρι χέρι -κάποιες είχαν μικρά στην αγκαλιά- από το χείλος του γκρεμού στο βάραθρο ρίχνονταν κι αμέσως χάνονταν από του κόσμου την όψη. Και το γεράκι, συνέχεια κύκλους γύρω τους έφερνε.

Η Καλλιόπη, το είδε να πετά και ζήλεψε τη λευτεριά του. Και πριν πηδήσει με το μικρό της αγκαλιά ευχήθηκε, την είδηση ότι η απελπισία στο γκρεμό τόσες γυναίκες έσπρωξε, σ’ όλον τον κόσμο το πετούμενο να πάει.

Κι εκείνο συνέχισε να πετά· έβλεπε τις φλόγες και τους καπνούς που σκέπαζαν σιγά-σιγά ολάκερη την πόλη κι ύστερα άκουγε τα τύμπανα και το θόρυβο από τις βαριές, που γκρέμιζαν ολόγυρα τα τείχη. Έβλεπε, μύριζε, κι άκουγε μα, δεν μπορούσε να νοήσει, πόσο παράξενος ο κόσμος των ανθρώπων είναι.    

Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του και οι τελευταίες αχτίδες φώτιζαν πιο έντονα τα   τείχη που ορθώνονταν προς τη μεριά της θάλασσας, προστατεύοντας από τους θαλάσσιους εισβολείς την Θεσσαλονίκη. Η ζέστη του καλοκαιριού έμενε ανυποχώρητη παρά το σούρουπο και την πορεία του ήλιου, που άγγιζε απέναντι το Βέρμιο, και η αποφορά της θάλασσας γίνονταν πιο έντονη από την  άπνοια, που τα καθήλωνε, ασάλευτα, όλα.  Έξω από τα τείχη προς τη μεριά του λιμανιού πηγαινοέρχονταν έφιπποι, αρματωμένοι Τούρκοι κι ανάμεσά τους προχώραγαν τα κάρα, σε μια πορεία αργόσυρτη που σήκωνε ολόγυρα πυκνά σύννεφα σκόνης.  Πραμάτειες κουβαλάγανε, μα πίσω τους έσερναν δύσμοιρες ανθρώπινες υπάρξεις. Μικρά πλεούμενα άραζαν στην προβλήτα και ένα μεγαλύτερο σκαρί λικνίζονταν σε πιο βαθιά νερά περιμένοντας τη μεταφόρτωση των φορτίων. Ένας εβραίος έμπορος, στεκόταν όρθιος στην άκρη του λιμανιού και σκούπιζε κάθε τόσο τις σταγόνες από ιδρώτα που του χαράκωναν το μέτωπο, ενώ μέτραγε προσεκτικά ανθρώπους και δέματα και ύστερα τα συνέκρινε με όσα είχε γραμμένα στο τεφτέρι. Βαστάζοι φόρτωναν τα εμπορεύματα  στις βάρκες· κάποιοι αργόσχολοι παρακολουθούσαν το αλισβερίσι, ενώ άλλοι περίμεναν να βρουν δουλειά, να πάρουν κανένα  γρόσι.  Η τελευταία βάρκα  βρέθηκε πιο βαρυφορτωμένη από τις προηγούμενες, μα ο καπετάνιος στα ανοιχτά περίμενε ανυπόμονα  να σαλπάρει.

Η Μαριγούλα στριμωγμένη ανάμεσα σε τσουβάλια και κορμιά, έσφιγγε στα δυο της μπράτσα, μέσα  στη βάρκα, τα παιδιά της. Ένας Θεός ξέρει, πώς είχε καταφέρει να πείσει τον Τούρκο που την πούλησε, να παζαρέψει στον έμπορο μαζί μ’ αυτήν και εκείνα. Μόνο η Αννούδα, μεγάλη καθώς ήταν και άρρωστη από τον αβάσταγο της ψυχής της πόνο, δεν έκανε για τους εμπόρους. Έμεινε έτσι να σαπίζει στα αζήτητα,  σε σκοτεινά υπόγεια, γεμάτα με απόβλητα και αρουραίους.

Ήταν περίπου στα μισά της διαδρομής, όταν αναποδογύρισε- από το βάρος και μια αδέξια κίνηση του τιμονιέρη- η βάρκα. Κάποιοι στον πάτο κατευθείαν βρέθηκαν, ενώ άλλοι παλεύανε να κρατηθούν από ό,τι επέπλεε τριγύρω. Γρήγορα άλλα πλεούμενα άρχισαν να πλησιάζουν από γύρω.  Κραυγές ολούθε ακούγονταν· αυτών που προσπαθούσαν να σωθούν, αυτών που τους παράδες τους έβλεπαν να βυθίζονται  και αυτών που βιάζονταν, από άλλον έναν χαμό ξανά να ωφεληθούνε. Γιατί ο άγραφος νόμος όριζε, πως ότι σώζει κανείς δικό του παραμένει. Η Μαριγούλα δεν ήξερε να κολυμπά και μόνο το φαρδύ φουστάνι της, που φούσκωσε ολόγυρα, την κράτησε για λίγο επάνω. Βούταγε και έβγαινε από το νερό, πάλευε να κρατηθεί επάνω, όταν κάποιος ένα κουπί της έτεινε από μια βάρκα μπροστά της.

«Κρατήσου από εδώ και θα σε σύρουμε έξω» κατάλαβε να της φωνάζει ο Τούρκος,  ο ίδιος που την είχε παζαρέψει.

 Ίσα που πρόλαβε να δει τα ένοχα μάτια του Αποστόλη, να την κοιτάν από μιαν άλλη  βάρκα που πλησίαζε από δίπλα.

«Τα παιδιά μου», του φώναξε με απόγνωση η Μαριγούλα.

Ο Αποστόλης βούτηξε αμέσως στο νερό. Έμαθε καλά, από μικρός να κολυμπά στης Αράπιτσας τους στροβίλους. Βρήκε μισοαναίσθητα τα δυο παιδιά, που ήταν τα μόνα στο ανθρώπινο φορτίο. Το ένα, που φάνηκε γρήγορα να συνέρχεται το φόρτωσε στην πλάτη του, το άλλο το άρπαξε κάτω από το μπράτσο και γρήγορα τα ανέβασε μες στη δική του βάρκα. Ύστερα ζύγωσε μήπως και σώσει τη Μαριγούλα. Εκείνη που  είδε τον Αποστόλη να σώζει τα παιδιά, μέσα της τον συγχώρεσε και ανάμεσα σε λυγμούς,      του φώναξε:

«Στο όνομα των δικών μας που χάθηκαν μην τα αφήσεις να πουληθούνε σκλάβοι».

Ο Αποστόλης ένιωσε μέσα του τη συγχώρεση· ξαλάφρωσε λίγο από τις ενοχές που τον βαραίνανε και ορκίστηκε μέσα του να αναλάβει, μέχρις εσχάτων, το νέο καθήκον.

Η Μαριγούλα έβλεπε τον Τούρκο από επάνω της να την προστάζει να κρατηθεί, για να την ανεβάσει στη βάρκα. Μα εκείνη, παράτησε από τα χέρια το κουπί και αφέθηκε στης θάλασσας το βαθύ γαλάζιο.

 

 

 *Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΝΙΑΟΥΣΤΑ» (Τεύχος Νο 170 - Μάρτιος 2020)

 

Η Ρένα Κύρκα γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νάουσα. Τέλειωσε το Λάππειο εξατάξιο Γυμνάσιο και κατόπιν φοίτησε στο Μαθηματικό τμήμα του ΑΠΘ. Εργάστηκε για χρόνια σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης, στην Ελλάδα καθώς και στο Ελληνικό Γυμνάσιο, Λύκειο Λονδίνου. Έχει δημοσιεύσει άρθρα της στο περιοδικό «Νιάουστα» και είναι υπό έκδοση το πρώτο της μυθιστόρημα με αναφορές στην ιστορία των Μαθηματικών.

×

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για τη διάκριση των επισκεπτών. Για να αποδεχθείτε την τοποθέτηση cookies, επιλέξτε
Πολιτική cookies